Θέλει θάρρος να φεύγεις από την Ελλάδα…

Εμπνεύστηκα από το παρόν άρθρο, το οποίο παίρνει θέση στο brain drain που αντιμετωπίζουμε: http://www.lifo.gr/lifoland/you-send-it/26215. Δ Όσοι φύγατε από την Ελλάδα, λοιπόν, είστε λιγόψυχοι. Θέλει περισσότερο κουράγιο να μένεις εδώ. Συμφωνώ και εγώ με αυτή την άποψη, και θα ήθελα να το αναλύσω με το δικό μου άρθρο-response (η ελαφριά παραλλαγή του ονόματος εξυπηρετεί απλά συγκριτικούς σκοπόυς, επ’ουδενί δεν μειώνω ή ειρωνεύομαι τον original συγγραφέα. Απλά ήθελα να γράψω ένα άρθρο-καθρέφτη της αντίθετης άποψης):

Θέλει θάρρος να φεύγεις από την Ελλάδα…

Από την Λόλα Πιλίτη

488285_taxidiotis_828204057

«Σε αυτή τη χώρα δε μπορεί να ζήσει κανένας πια!»  

Πόσες φορές ακούσαμε αυτή τη φράση και μάλιστα συνοδευόμενη από μια άλλη, «το μόνο που μένει στους νέους που μπορούν ακόμα είναι να σηκωθούν να φύγουν, για οπουδήποτε εκτός από δω». Παχιά λόγια, δακρύβρεχτα, έχουν τη στόφα από τη μετανάστευση των 60s τη σκληρή, αρέσουν στον κόσμο. Είναι και κάτι σαν αστικός μύθος που αναμασάται: όλοι το λένε, λίγοι το μπορούν. Κυρίως γιατί τα πράγματα έξω και αυτά δεν είναι καθόλου καλά, «δε μας θέλουν». Χωρίς κάποιο ισχυρό χαρτί, χωρίς κάποια εκπαίδευση, με αυτή την ημιμαθή κατάσταση αδράνειας δηλαδή στην οποία οι περισσότεροι είχαν προσαρμοστεί να συμπεριφέρονται επαγγελματικά και προσωπικά εδώ οι ξένοι δεν ενδίδουν.

Μόνη λύση φαντάζει λοιπόν η αυτοεξορία, αλλά δεν είναι εύκολη. Το χε πει και ο Παυλίδης άλλωστε: να ρίξεις μαύρη πέτρα και να φύγεις για πάντα, αλλά να πας που; Το κοντέρ βέβαια δεν είναι τερματισμένο, δεν τερματίσθηκε ποτέ και καλύτερα να μείνει στα τριάντα, εδώ μπορεί να είναι σκατά, αλλά το δίχτυ, η οικογένεια, οι φίλοι αντέχουν ακόμη. Που να μπαίνεις στη λούμπα να φεύγεις τώρα, να προσπαθείς να ριζώσεις σε ξένο έδαφος. Ξέρεις και τις ιστορίες των φίλων σου, πόσο ολομόναχοι νιώθουν, πόσο τους εξαντλεί η ρουτίνα και ο  καιρός, πόσο παγωμένα και ειρωνικά τους συμπεριφέρονται. Δεν είναι τόσο ρομαντικό όσο ακούγεται, σκέφτεσαι: όλοι το λένε, λίγοι το τολμάνε. Οι περισσότεροι το μετανιώνουν.

Είναι βέβαια και το άλλο: το να μένεις εδώ είναι αυτοκαταστροφικό, είναι όμως και πολύ θετικό,από μία πατριωτική σκοπιά. «Αν μείνω εδώ θα προσπαθώ για το καλύτερο», λες, «με το μικρόκοσμό μου θα αλλάξω τη χώρα». Ωραία σκέψη, όμορφη, σε γαληνεύει. Βολική. Θα παλέψεις εδώ, θα αντέξεις. Μέχρι να προσπαθήσεις να πιάσεις δουλειά,  παίρνεις 700 μεικτά,  σου φεύγουν τα μισά στο ταμείο και στους φόρους. Δεν έχεις να βάλεις πετρέλαιο φέτος, τη βγάζεις με μία αλογόνου, «θα αντέξω όμως», λες, «σου έμεινε η ελευθερία να μένεις σπίτι σου». Το σπίτι σου είναι ένα μπετονένιο κλουβί στην Κυψέλη. Δεν έχεις λεφτά να φύγεις, θες να φύγεις. Ο μικρόκοσμός σου πρέπει να αντέξει. Απολύθηκες. Έχεις όμως ωραίες ιδέες, «καινοτόμες» τις λένε στα κανάλια. Η άδεια που περίμενες για την επιχείρησή που έστηνες βέβαια δε βγαίνει, έχει αργήσει έξι μήνες, «αν είχες κάποιον μέσα θα ήταν καλύτερα τα πράγματα» σου λένε. Όλα έχουν σταματήσει, η αδράνεια είναι τεράστια. Αλλά είσαι πεπεισμένη, προσπαθείς, προσπαθείς για το καλύτερο. Και ο Σίσυφος προσπαθούσε.

Παράλληλα ακούς τους φίλους σου, θυσίασαν πολλά, έρχονται δύο εβδομάδες στη χώρα, τα πάνε όμως καλύτερα. «Αν το θέλεις και το παλεύεις, έχει ευκαιρίες έξω». Οι περισσότεροι έχουν δουλειά, κάποιοι έκαναν οικογένεια. Κτίζουν τη ζωή τους. «Είναι προδότες», σου λένε όμως οι φίλοι στο καφέ που κάθεστε κάθε μέρα, «δεν έκατσαν εδώ να δουλέψουν. Επέλεξαν την εύκολη λύση της φυγής. Είναι λιποτάκτες». Οι ίδιοι βέβαια έχουν ακόμη το πόστο στο γραφείο του δημάρχου, δεν τους αγγίξανε. Είναι από γνωστό τζάκι. «Κάναμε αγώνα για να σώσουμε το δημόσιο», άλλωστε σου εξηγούν, «για να μην απολυθούν οι συνάδελφοι». «Τα δικαιώματά μας».  «Ο αγώνας μας». Κάδρο αριστεροσύνης για το μικρόκοσμό τους, για το δικό σου μικρόκοσμο, τον γκρεμισμένο στον οποίο πιστεύεις ακόμη, μόνο λόγια θολής αλληλεγγύης.

Εσύ είσαι ακόμη άνεργη. Οι γονείς σου αντιμετωπίζουν τα δικά τους προβλήματα, η σύνταξη έφυγε. Υπάρχουν προβλήματα, ο ΕΟΠΥΥ δε βοηθάει, οι γιατροί είναι λίγοι. Στο νοσοκομείο πληρώνεις τις γάζες. Προσπαθούν. Προσπαθείς. Επιμένεις. Απέναντι βρίσκεις ένα τεράστιο τοίχο, έχει την ίδια σάρκα με εσένα. Απέναντι, σκέφτεσαι, είναι η ίδια σου η πατρίδα. Σε ξερνάει, σε πεθαίνει. Θέλαμε, σκέφτεσαι, να μείνουν οι καλύτεροι. Μένουν μόνο οι ημέτεροι. Δεν πειράζει, λες, τουλάχιστον κάνω το καθήκον μου, δεν την πρόδωσα. Θα την ξανακάνω υγιή, όμορφη και ηλιόλουστη. Θα μοιάζει με ποίημα του Ελύτη, τους λες. Ο απέναντι μειδιάζει, «τι ρομαντικές μαλακίες λες πάλι, σκέτη θολοκουλτούρα είσαι ρε Λολάκι. Σε κόβω για ΣΥΡΙΖΑ».